Μας ζήτησαν να γδυθούμε μόλις μπήκαμε στα Starbucks.
Υπακούσαμε, βγάζοντας πρώτα τα πανωφόρια μας. Όσο τραβούσες το φούτερ σου πάνω απ’το κεφάλι, εγώ έβγαζα ακόμη το κασκόλ. Πάντα ήσουν πιο πρόθυμος και ριχνόσουν ευκολότερα στη φωτιά. Με κοίταξες μ’εκείνο το γνωστό ύφος, που έδειχνε πως ήταν εμφανές ότι καθυστερώ επίτηδες. Ο σερβιτόρος περίμενε ήρεμος και χαμογελαστός, στιβάζοντας τα ρούχα μας στην αγκαλιά του. Δε μου πέρασε καν από το μυαλό η επιλογή να ζητήσω ευγενικά να παραμείνω ντυμένος. Είχα μια έντονη ανησυχία για το πορτοφόλι μου, όπως πάντα, αλλά τελικά βρέθηκα γυμνός σ’ένα άδειο από πελάτες μαγαζί. Μερικοί σερβιτόροι, μπροστά και πίσω από το μπαρ και εμείς οι δύο σε ένα τραπεζάκι γωνιακό, να περιμένουμε δυο καφέδες φίλτρου.
Δεν έδειχνες να σε νοιάζει, μιλούσες αμέριμνα, δεν άκουγα τι έλεγες, δεν πρόσεχα. Η συνειδητοποίηση της γύμνιας μου φούσκωνε σαν κακοφτιαγμένη, ξεχασμένη ζύμη μέσα σ’ενα πολύ μικρό φουρνάκι. Δεν ήταν ότι είχα και πολύ άσχημο σώμα, αλλά δεν ήμουν πια έφηβος και σίγουρα δεν είχα συνηθίσει να το δείχνω σε ένστολους σερβιτόρους που αδιαφορούσαν για την υπαρξή μας, κοιτούσαν ευθεία μπροστά, μιλούσαν μεταξύ τους κουνώντας τα χείλη τους χωρίς να βγαίνει ήχος και στο βαθύ πορτοκαλί χρώμα που έπεφτε στους ξύλινους παγκους και στα τραπέζια, έμοιαζαν με χάλκινες μαριονέτες.
Ο καφές ήρθε και άδειασε, εσύ συνέχισες να μιλάς για τη μέρα σου, τη μάνα σου, τη δουλειά σου - δεν ξέρω, τα υποθέτω, δε σε πρόσεχα. Σκεφτόμουν μόνο ποιος άλλος να ‘χε κάτσει γυμνός πριν από μένα σ’αυτή την καρέκλα. Να ήταν άραγε καθαρός; Ήρθε η ώρα να φύγουμε και ένιωσα μια ξαφνική έκρηξη ενέργειας. Είχα κάνει το καθήκον μου και τώρα το μόνο που ήθελα ήταν να κρυφτώ πάλι μέσα στα ρούχα μου. Ο σερβιτόρος μας ενημέρωσε ότι τα ρούχα μας ήταν δίπλα, στο καθαριστήριο. Χαμογελώντας μας έδωσε δυο κυπαρισσί πετσέτες υπονοώντας ότι θα βγούμε γυμνοί στο πεζοδρόμιο. Νομίζω πως φώναξα λίγο, δε θυμάμαι πια, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία, το δικό τους πέρασε. Βρεθήκαμε ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων που απασχολημένοι ανεβοκατέβαιναν τον σχετικά πολυσύχναστο δρόμο και ένιωσα ακόμη πιο άθλιος. Η πετσέτα έκανε τα πράγματα χειρότερα, σα να υπερτόνιζε το γεγονός ότι δύο γυμνοσάλιαγκες χωρίς καβούκι βρέθηκαν ξαφνικά σ’ενα ντεφιλέ από χελώνες.
Όταν γλίστρησα επιτέλους μέσα στα ζεστά μου ρούχα, έκλεισα το διακόπτη του πανικού μέσα μου και πίσω απ’την ασπίδα του πολιτισμού ξαφνικά θυμήθηκα πόσο απαράδεκτη θεώρησα τη μεταχείρισή μας. Αποφάσισα λοιπόν να συμπληρώσω ένα έντυπο παραπόνων, για να τους καταστρέψω αυτούς τους αλήτες. Όρμηξα πάλι μέσα στα Starbucks όσο εσύ απλά χασκογελούσες, πιο πρακτικός όπως πάντα, και έλεγχες τα πορτοφόλια μας για να βεβαιωθείς ότι δεν έλειπαν ταυτότητες και κάρτες. Το τραπέζι μας ήταν καθαρό, τα ποτήρια πλυμμένα και το μαγαζί ανησυχητικά άδειο.
Βούτηξα το πορτοφόλι μου απ’τα χέρια σου και σε διέταξα να κινηθούμε προς το κέντρο. Το Μουσείο είχε Starbucks, το θυμόμουν. Θα συμπλήρωνα ένα έντυπο για το άλλο μαγαζί από εκεί. Υπάκουσες χαρούμενα, όπως πάντα. Όταν δεν εργαζόσουν, περνούσες το χρόνο σου όπως λάχει. Μια βόλτα στο Μουσείο δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.
- * *
Κάναμε μια στάση στο video club. Τόσο σύντομη που σε άφησα έξω. Δεν ήθελα να δεις τις βρωμιές μου. Χρωστούσα τόσα πολλά λεφτά στο video club. Πέρασα ανάμεσα από αδιάφορους χρήστες και έφτασα στο ταμείο. Με ήξεραν, τους ήξερα, γνώριζαν ακριβώς το συνδιασμό ναρκωτικών που προτιμούσα, και την κόκκινη συσκευασία που μου άρεσε τόσο γιατί έμοιαζε με κινέζικη ταμπακιέρα. Ο χώρος ήταν όπως τον θυμόμουν, μόνο πιο σκοτεινός, πιο διάφανος, πιο γκρίζος, πιο παγωμένος. Ήταν όμως ένας χώρος που δε σου ζητούσε κανείς να γδυθείς. Γι’αυτό όλοι βρίσκαμε καταφύγιο στις παρέες, στις ουσίες, στις ταινίες.
Πάνω που κοβόταν η απόδειξη, βρέθηκε στη διπλανή ουρά η ψυχή του πατέρα μου να περιμένει περήφανη και στητή, όπως αρμόζει σε έναν πρώην στρατιωτικό, για να νοικιάσει λίγα ψίχουλα του Αλμοδοβάρ για τον παράδεισο. Θεέ μου, σκέψου να μάθει πόσα λεφτά χρωστάει ο γιος του. Σκέψου να δει όλα τα χρωματιστά χαπάκια που έκρυψε ο γεμάτος τατουάζ υπάλληλος στο κόκκινο κουτάκι μου. Σκέψου να σε είδε, έξω από το μαγαζί, να με περιμένεις καπνίζοντας. Σίγουρα θα έγειρες και το κεφάλι, γιατί τέτοιος ήσουν πάντα. Αθεράπευτα κοινωνικός.
Ευτυχώς, όπως συμβαίνει συνήθως μ’εκείνους τους κουρασμένους, χαρισματικούς ανθρώπους γεμάτους τατουάζ, προικισμένους με ενόραση, ο υπάλληλος αντιλήφθηκε ότι μια αδύναμη καρδιά σαν τη δικιά μου δε θα άντεχε πολλές συγκινήσεις ακόμα, και απέφυγε να ανακοινώσει το χρηματικό ποσό ως συνήθως. Μονάχα μου πέρασε την απόδειξη σέρνοντάς τη πάνω στον γκρίζο πάγκο, και για πρώτη φορά δεν έδειξε να θυμώνει όταν του είπα πως θα πλήρωνα σε λίγες μέρες.
- * *
Απαράδεκτο για πολυεθνική εταιρεία, να μην έχουν έντυπα παραπόνων. Πού θα διαμαρτυρηθεί ο σωστός, ο τίμος, ο αδικημένος; Περπατούσα στους σκοτεινούς, άδειους διαδρόμους του Μουσείου, γεμάτος θυμό. Αντί να με γιατρεύει ο χρόνος, όσο προχωρούσε η νύχτα τόσο περισσότερο ένιωθα ότι τίποτα δε συμφωνεί μαζί μου σ’αυτόν τον κόσμο κι ας ήσουν δίπλα μου.
- * *
Κατεβήκαμε από το τζιπ στη μέση του πουθενά, περιτριγυρισμένοι από τεράστια δέντρα, με φύλλα τόσο σκούρα πράσινα, και τόσο μεγάλα που θα μπορούσε άνετα κανείς να κοιμηθεί πάνω τους, αν δε φοβόταν το βαρύ ουρανό που σκέπαζε τη ζούγκλα. Στο σημείο που φτάσαμε, είχαν στηθεί επαγγελματικά οι προβολείς που έδιναν μια αίσθηση σημαντικότητας σε κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα έμοιαζε με έναν σωρό από πεταμένους βράχους και μερικά αγάλματα. Για κάποια στιγμή νόμισα πώς άκουσα έναν πτεροδάκτυλο να κρώζει μακριά στον ουρανό, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Η ομάδα των ερευνητών αποτελείτο από έξι ή επτά ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, όλοι γεμάτοι ζωντάνια, όρεξη, ενθουσιασμό για το εύρημά τους, όλοι με λαμπερά, έξυπνα μάτια, μια πολύ ευπρόσδεκτη αλλαγή σε σχέση με τους ανθρώπους της Ευρώπης. Έτσι είναι οι πραγματικοί επιστήμονες. Κάπως έτσι ήξερα και γω από την αρχή ότι αυτή η λάμψη δε θα με έλουζε ποτέ, όσα πτυχία και αν μάζευα: δεν μπορείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι ήδη.
Ήρθες κοντά, για να δεις τι ήταν αυτό που κοιτούσαν όλοι. Πρόσεχα να μη σε χάσω απ’τα μάτια μου. Αν έτρεχες κάπου μέσα στη ζούγκλα, δε θα σε ξανάβρισκα ποτέ. Μας έδειξαν το εύρημά τους σε μια έγχρωμη γλώσσα που δεν καταλαβαίναμε. Μια πέτρινη κατασκευή, ένας τετράγωνος τοίχος στο ύψος ένος μικρού παιδιού, όπου στη μέση υπήρχε καρφωμένο ένα μικρό σεντούκι, σαν το σεντούκι της Βεργίνας, αλλά φτιαγμένο και αυτό από πέτρα. Υπήρχε μια κλειδαριά, φαινομενικά απλή, σαν παιδικό σχέδιο, αλλά οι επιστήμονες δεν είχαν βρει απαντήσεις στα βιβλία τους. Το κουτί ήταν και παρέμενε σφραγισμένο. Εσύ μου είχες μάθει για το Αστέρι της Βεργίνας, θυμάσαι; Οι δώδεκα ακτίνες του, οι μικρές, αντιστοιχούσαν μια σε κάθε θεό του Ολύμπου. Οι τέσσερις μεγαλύτερες ακτίνες έδειχναν τα τέσσερα στοιχεία της Μητέρας Φύσης.
Τέσσερα ήταν και τα αγάλματα που στέκονταν γύρω από το τοιχάκι αυτό. Το άγαλμα της Γαῖας ήταν αρσενικό. Ένας μυώδης μελαμψός άντρας με τεράστια χέρια, σα να μην είχε ανάγκη το άροτρο για να οργώσει το χωράφι του. Ο Ἀήρ ήταν φανερά πιο μικρόσωμος, υποθέτω για να κινείται γρήγορα και να μη φυλακίζεται αν και το άγαλμα ήταν πεσμένο στο έδαφος, έλειπε ένα κομμάτι από το δεξί του πόδι και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό. Το Πῦρ κουρνιασμένο στο μαρμάρινο σώμα ενός γεράκου, καθόταν ήσυχο σ’ενα μικρό βραχάκι για να ξεκουράζεται μετά από αιώνες τόσο θαλπωρής όσο και καταστροφικής μανίας. Ο Ὠκεανός ήταν η μόνη γυναίκα. Εκείνη με τράβηξε περισσότερο, ίσως γιατί πάντα είχα νερό στις φλέβες μου αντί για αίμα. Πάγωσαν τα πάντα γύρω μου όταν άκουσα τους γλάρους να πετούν πάνω από λιμάνια, γεμάτα εμπόριο, χρήματα, χρώματα και μουσικές και οι δυο μας ήμασταν ευτυχισμένοι για λίγο.
Οι παλιοί θεοί ζωντάνεψαν όταν τους πλησίασες εσύ. Μας μίλησαν, και τους καταλάβαινες, σε αντίθεση με τους τρομοκρατημένους επιστήμονες που έβλεπαν μόνο το θάνατο με τέσσερις μορφές ταυτόχρονα και σκόρπισαν μέσα στη ζούγκλα πανικόβλητοι. Η θεά του νερού άρχισε να χορεύει γύρω μας και ο δυνατός αράπης σου πρότεινε μια συμφωνία, όταν ο ουρανός είχε γίνει πια μενεξεδένιος και χοντρές σταγόνες βροχής ξέπλεναν τη μέρα από πάνω μας. Το μικρό κουτάκι θα γινόταν δικό σου και μόνο δικό σου, αρκεί να απαρνιόσουν το Χριστιανισμό και να άνοιγες δρόμο στους Παλιούς Θεούς. Αν τους βοηθούσες να καταστρέψουν όσα χτίσαμε και στεκόσουν ενάντια σε μια Εκκλησία που είχε δύο ολόκληρες χιλιετίες στη διάθεσή της για να φυτέψει καλά τις ρίζες της, θα έπαιρνες το μικρό σεντούκι στο σπίτι σου. Δεν έμαθα αν δέχτηκες εκείνο το βράδυ. Με σκότωνε τόσο αργά η βροχή, που το απολάμβανα. Δε με ένοιαζε τι θα απογίνει ο κόσμος μας, αρκεί που ήσουν δίπλα μου στο τέλος. Όταν ξύπνησα ήσουν ήδη νεκρός κι εγώ αθάνατος.
- * *
Με κάλεσαν στη χρυσαφένια έρημο και πήγα. Φαινόταν επείγον, αλλά μου πλήρωναν και τα εισητήρια, για να είμαι ειλικρινής. Δεν ξέρω πώς με βρήκαν ούτε κατάλαβα από το τηλέφωνο σε τι μπορούσα να τους βοηθήσω. Δεν είχα όμως ξαναπάει στην έρημο και σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία, όπως κάθε σωστός τυχοδιώκτης. Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να προσγειώσεις αεροσκάφος πάνω σε άμμο, αλλά ο πιλότος μας τα πήγε μια χαρά. Έμαθα να μην κάνω πολλές ερωτήσεις στη ζωή μου αφού έτσι κι αλλιώς τις περισσότερες φορές έμενα ανικανοποίητος από τις απαντήσεις που μου έδιναν.
Περνώντας μέσα από τις ολόλευκες σκηνές, η εξυπηρετικότατη, σχεδόν δουλοπρεπής Γιαπωνέζα διερμηνέας με οδήγησε εκεί που ήταν μαζεμένοι οι αρχαιολόγοι. Με υποδέχτηκαν θερμά, χαμογελαστά, και η γλώσσα της ασιάτισσας πήγαινε ροδάνι, γεμίζοντας το κεφάλι μου με άχρηστες πληροφορίες. Πώς ήταν το ταξίδι μου, αν μου φέρθηκαν καλά, πόσο με ευχαριστούσαν που ήρθα, αν μου άρεσε το μπισκοτάκι του καφέ. Φυσικά και μου αρέσει το μπισκοτάκι, γυναίκα. Στο γρήγορο βηματισμό της Γιαπωνέζας που ακολουθούσα χωρίς ιδιαίτερο κέφι, συγχρονίστηκαν και οι αρχαιολόγοι. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, ήταν έρημος. Καμία όαση, κανένα φαινόμενο αντικατροπτρισμού, καμία Φάτα Μοργκάνα. Υπήρχε μαγεία σ’αυτόν τον τόπο ήμουν σίγουρος, αλλά τον είχε εγκαταλείψει καιρό πριν. Αναθεώρησα τις απόψεις μου περί μοναξιάς. Πώς επιβίωναν αυτοί οι άνθρωποι εδώ; Το απόλυτο τίποτα ήταν τελικά περισσότερο χρυσό παρά λευκό, όπως νόμιζα.
Φτάσαμε σε μια προσεκτικά σκαμμένη λακούβα και η διερμηνέας φρόντισε να με ενημερώσει στα ιαπωνικά ότι εδώ βρήκαν το κουτί. Ένας από τους αρχαιολόγους κάτι ανακοίνωσε στη γλώσσα του και έδειξε την τρύπα. Η μετάφραση που ήρθε, επιβεβαίωσε την ανησυχία μου. Για κάποιο λόγο θεωρούσαν ότι ήμουν ικανός να ανοίξω το κουτί, εκεί που τα πολύπλοκα συστήματά τους είχαν αποτύχει. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι σε είχα χάσει. Ότι έφυγες από κοντά μου και εγώ έμεινα να περπατάω τους αιώνες μόνος μου. Δεν φάνηκε να με πιστεύουν καθότι είχαν πληροφορίες από μια γυναίκα.
Γύρισα να τη δω, δεν είχα αντιληφθεί την παρουσία της μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν ήξερα καν από που εμφανίστηκε δεδομένου ότι γύρω μας υπήρχε μόνο άμμος. Πόσο αταίριαστη παρουσία ήταν αυτή η γυναίκα. Πόσο παράταιρη, ψηλή και ξερακιανή, με ένα καρέ, αχτένιστο μαλλί που μάλλον είχε βουτήξει πριν καιρό στο οξυζενέ και πια οι μαύρες ρίζες προσπαθούσαν να αναρριχηθούν απ’τον σίγουρα κατεστραμμένο της εγκέφαλο για ν’ανασάνουν. Το πρόσωπό της μάλλον ήταν όμορφο, αλλά το έκρυβαν οι σακούλες κάτω απ’τα μάτια της και η ξεβαμμένη με άτσαλες κινήσεις μπογιά που είχε ξεραθεί πάνω στα μάγουλά της. Ίσως αν κοιμόταν τρία μερόνυχτα να την έλεγες όμορφη. Ήταν ελαφρώς σκυμμένη αλλά όχι σα να μην είχε στητή κορμοστασιά. Περισσότερο σα να είχε την τάση να κάνει εμετό, έξω από την πόρτα ενός κλαμπ, έχοντας ταυτόχρονα την πεποίθηση ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να πάει σπίτι της. Σαν να ήθελε να βγάλει το κακό από μέσα της και μετά να συνεχίσει να χορεύει ως το πρωί. Φορούσε κατακόκκινες γόβες, πράγμα που σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι ανυπόφορο όταν περπατάς στην έρημο. Φορούσε και μια στενή κόκκινη μίνι φούστα που άφηνε ακάλυπτα τα κατάλευκα πόδια της. Ακροβατούσε στα όρια της ανορεξίας και τα γόνατά της ήταν ενωμένα προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία της, με ελαφρώς ανοιχτά χέρια, όπως ένα πουλί που δεν αποφασίζει να πετάξει, αφού η μαμά του το φροντίζει με όσα σκουλήκια χρειάζεται. Όμορφα πόδια, παρόλα αυτά, σκέφτηκα. Ακόμα πιο εντυπωσιακή από τις γόβες ήταν η γούνα που φορούσε, μια καφέ κρεμ γούνα, τόσο χοντρή που την έκανε να μοιάζει με χνουδωτό ρομπότ και έφτανε μέχρι τον αφαλό της.
Δεν ξέρω γιατί με είχε πλημμυρίσει αυτό το αίσθημα οικειότητας. Ένιωθα σα να την ήξερα από πάντα, αλλά φαινόταν τόσο φτηνή. Δεν μπορούσα να ανακτήσω μνήμες από επαφές μου με τέτοιες γυναίκες, πολύ απλά επειδή αυτές οι γυναίκες ποτέ τους δεν ενδιαφέρονταν για κάποιον σαν εμένα. Εκείνη με πλησίασε χωρίς να μπορεί να εστιάσει το βλέμμα της επάνω μου, αλλά φαινόταν να την έχει καταλάβει η επιτακτική ανάγκη να με ακουμπήσει. Θέλησα να τραβηχτώ, αλλά τα κοκκαλιάρικα δάχτυλά της μου το απαγόρευσαν με δυο μικρές κινήσεις στον αέρα. Ήμουν μια συλλογή από έγχορδα παραδομένη στα χέρια ενός αλαφροΐσκιωτου μαέστρου. Τόσο γρήγορα την ερωτεύτηκα.
Έβγαλε από την τσέπη της γούνας της ένα μικρό κλειδάκι και μου μίλησε στα ελληνικά, κοιτώντας πάντα στο έδαφος. Μου είπε απλά να το πάρω αν και δεν ήταν δικό μου. Η γιαπωνέζα ανασήκωσε τους ώμους, σα να μου έλεγε πως δεν μπορούσε να μεταφράσει. Της έκανα νόημα να μην ανησυχεί. Δεν είχα την απαίτηση να γνωρίζει μια νεκρή γλώσσα που κάποτε ήταν η μητρική μου. Έδειξε να ανακουφίζεται. Όταν οι αρχαιολόγοι είδαν το κλειδί άρχισαν να μιλούν ενθουσιασμένοι μεταξύ τους.
Είχα χρόνια να σε σκεφτώ τόσο πολύ. Στην ουσία μόνο εσένα σκεφτόμουν όταν έβαζα το κλειδί στο ταλαιπωρημένο, πανάρχαιο για τους γύρω μου πέτρινο κουτί. Ήταν τόσο εύκολο να ξεκλειδώσει, σα να στριφογυρνούσες ένα κουτάλι μέσα στο βαζάκι με το μέλι. Έκανα πίσω χωρίς να το ανοίξω, αλλά οι αρχαιολόγοι άρχισαν να γαβγίζουν. Η ασιάτισσα έσπρωξε με τις παλάμες της στον αέρα. “Είναι δικό σου, λένε.”
Μέσα στο κουτί βρήκα μια φωτογραφία σου, ξεθωριασμένη από τα χρόνια, όταν ήσουν μικρό αγόρι, και κρατούσες τη μεθυσμένη γυναίκα με τη γούνα απ’το χέρι, την πρώτη φορά που η ψυχή σου πήδηξε μια γενιά και άλλαξε σώμα. Βρήκα επίσης μια κόκκινη ταμπακιέρα και ένα συμπληρωμένο έντυπο παραπόνων από ένα μέρος που δεν υπάρχει πια.
Αγαπητή Ελπινίκη,
Μυρίζεις πάρα πολύ άσχημα. Σαν την πρώτη μέρα του σκατένιου χειμώνα σε κάποια γκρίζα πρωτεύουσα της κεντρικής Ευρώπης. Σε λυπάμαι.
Αλλά δε φταις εσύ. Η μοίρα σου τα φταίει. Και η μεγάλη σου αδερφή. Αυτή η απαράδεκτη. Χοντρή και χαζή. Άσχημη και κοντή.
Σίγουρα θα ήθελες να είσαι όμορφη σαν πριγκίπισσα. Αλλά δεν τα φέρνει πάντα έτσι η ζωή. Μερικές φορες ξεμένεις σ’ένα παγκάκι να αναρωτιέσαι τι έκανες λάθος. Εγώ θα σου πω τι έκανες λάθος, Ελπινίκη.
Δε λούζεσαι. Αυτο ειναι το πρόβλημά σου. Αν ήσουν πιο καθαρή και μυρωδάτη, ίσως, λέω ίσως, ο Φώτης να σε ήθελε. Να σε ποθούσε. Δήθεν τώρα παριστάνεις ότι δε σε νοιάζει. Ότι είναι μικρός για σένα. Ότι σου ειναι αδιάφορος. Ότι σου αρέσει ένας απο τα αγγλικά. Ένας Χαρήστος.
Μάθε λοιπόν ότι βλέπουμε όλοι μέσα από τα προεφηβικά σου ψέματα σα να είσαι φτιαγμένη απο γυαλότουβλο: σχετικά καλά δηλαδή. Εννοείται ότι ακόμα σου αρέσει ο Φώτης και θες να γίνεις το ανωμαλιάρικο σκλαβάκι του στο προαύλιο του δημοτικού. Θες να ικανοποιήσεις κάθε αρρωστημένη του επιθυμία στο κουτσό και κάθε βίτσιο του στην αμπάριζα. Θα ξεχάσω εγώ τότε που επρηξες τη μανουλίτσα σου να σε παει στο πάρτι του και έφτασες 20 λεπτά νωρίτερα από τα άλλα παιδάκια; Προσπάθησες να μας πείσεις ότι ένιωθες πολυ άβολα, φορώντας το δυτικό σου ασπρο κολάν με τη ζώνη απο πάνω, όταν βρέθηκες μόνη μαζί του. Ποιος ξέρει τι έγινε εκείνα τα 20 λεπτά που η κυρία μάνα Φώτη έφτιαχνε τα σάντουιτς μπόμπες στην κουζίνα;
Για να μη μιλήσω για το λεύκωμα που έβαλες την καλή σου αδερφή να φτιάξει, καθότι εσύ (σε αυτό το σημείο σε δείχνω με το δάχτυλο – πάντα μου άρεσε να σε κάνω να αλληθωρίζεις) είσαι μια μικρή άχρηστη. Ούτε τις ερωτήσεις δε σκέφτηκες μόνη σου. “Ποιον αγαπάς;” “Τον Φ.” Ε βέβαια τον Φ. Δεν είδα να γράφεις τον Χ. Τον Φ έγραψες. Γι’αυτο μη μας το παίζεις αθώα. Η ειδυλλιακή εικόνα με την παρθένα κόρη και τον υπέρλαμπρο πήγασο γκρεμίστηκε δραματικά μέσα στη δίνη του Maelstrom της καρδουλίτσας σου.
Όταν στα μάτια σε κοιτώ, τα συναισθήματα είναι μπερδεμένα. Άλλες φορές σε λυπάμαι, δε φταις εσύ που κάθε πρωί ξυπνάει μαζί σου και η ζούγκλα. Αλλά μου θες και γκομενάκι. Δε σου έφτανε που η κυρά σου η καλή μας είπε ότι δεν τα πας καλά με τα κλάσματα και απο Ιστορία δε σκαμπάζεις τίποτα. Τι δεν καταλαβαίνεις; Έχουμε δυο τούρτες, τρως τη μιάμιση. Ορίστε: 3/4 του τουρτικού συνόλου βρίσκονται τώρα στη στομάχα σου, μικρή μου Φούσκους. Αλλα αυτά απαγορεύεται να στα λέμε, ειναι λεκτική βία, σας τα μαθαίνουν καλά εκεί στην Άγρια Δύση. Άμα φας δυο μπούφλες ανάστροφες όμως, θα δεις τι πάει να πει domestic violence. Για την Ιστορία δεν το σχολιάζω καν, είσαι απλά ένα τεμπελόσκυλο του κερατά υποδουλωμένο στο Facebook και δε διαβάζεις. Αν σε είχα μπροστά μου πραγματικά θα σε χτύπαγα με το iPad στο κεφάλι (σωματική βία).
Και τι παραπάνω έχει ο Χαρήστος απο το Φώτη; Αφού γουστάρεις ξανθό 12χρονο γκομενάκι. Με γαλάζια ματιά. Λες και οι μελαχρινοί κατουρήσαμε στο πηγάδι. Ξεπέρασέ τον πια, δε σε θέλει. Είναι ξανθός και εσύ μυρίζεις μπρόκολο. Τόσοι αλλοδαποί συμμαθητές, σε ξανθό έλληνα βρήκες να πέσεις; Κανένα αίσθημα προώθησης του ελληνικού πνεύματος προς άλλους λαούς αυτό το κορίτσι; Τι να περιμένεις από κάποια που γεννήθηκε το 2000.
Θυμάσαι όταν ήσουν μικρή που νόμιζες ότι ήσουν καλή στο μπαλέτο και μας καμπύλωνες το κουντεπιέ; Σαν ιπποποταμάκι in distress ήσουν μωρέ, τι γλυκούλι. Νιώθω μια ξαφνική ανάγκη να σου τσιμπήσω το μάγουλο μεχρι να γογγύξεις “Γιαγιά υποφέρω!” σα Δανδουλάκη. Ετσι έκανες πάντα. Εξαρτημένη από τη γιαγιακούλα να σε σώσει. Κωλότσιτο.
Θυμάσαι και τις φετινές απόκριες; Ντύθηκες Ρωμαία πριγκίπισσα ΧΑΧΑΧΑ σε καλό σου. Ευτυχώς σου πασάλειψαν τη μούρη με αυτό το στραφταλίζον μακιγιαζόπραμα που τα ενήλικα τσοκαράκια βάζουν στα κορμάκια τους. Έτσι έγινες τελικά Ρωμαία πριγκίπισσα από τον Άρη και κάπως το έσωσες. Ο Φώτης βέβαια δεν έπεσε, αλλά εμείς καλά περάσαμε.
Μη θυμώνεις. Από την αμέριστη αγάπη μου στα λέω αυτά, όπως γράφουν στα συμβόλαια στις δωρεές. Λούσου και θα με θυμηθείς. Όταν θα γίνεις κι εσύ φίνο τσόκαρο στα δυτικά και οι δυστυχείς νέοι επιστρατεύουν τόνους ζελέ στο μαλλί φράχτη και βρουμ βρουμ στα μηχανάκια τους για να προσελκύσουν τις πολυπόθητες καμπύλες σου, η αδερφή σου και εγώ θα είμαστε γεροντάκια με μαγκούρες και οι αδύναμες καρδιές μας θα σκάνε απο υπερηφάνεια.
Και να σου πω και κάτι άλλο; Το χρυσόψαρό σου πεθαίνει κάθε βδομάδα και στο αλλάζουμε.
Φιλικά,
Θανούλης.
- καλημέρα σου όμορφη
- μμμφφ καλημέεεερα *τεντώνεται*
- να σου βάλω γαλαξίες;
- αχά.
- πόσα αστέρια να βάλω;
Είναι ένα εξαιρετικά κακό πράγμα να σκέφτεται κανείς, αλλά τους τελευταίους μήνες, η συνειδητοποίηση ήρθε αργά και ύπουλα μέσα απ’το δασάκι που συνορεύει με την κουζίνα μας, για να μου χτυπήσει απαλά την πόρτα. Το ήξερα από πάντα, το ήξερα από μικρός, νομίζω το ήξεραν και οι φίλοι μου για μένα, ίσως το ήξεραν και οι γονείς μου αλλά έκαναν τα στραβά μάτια. Είμαι γεννημένος μοναχικός. Πάντα ήμουν, από κάποιον άλλο κόσμο, σ’ένα άλλο αστέρι μιας παλιάς μου ζωής, περπατούσα πάντοτε μόνος.
Δε θα ήθελα να παρεξηγηθώ. Αγαπώ τους ανθρώπους, και τους γύρω μου και τους παραπέρα, απολαμβάνω καθημερινά το υπέρλαμπρο κοινωνικό γίγνεσθαι, μ’αρέσει να είμαι ένα pixel στη γιγαντοοθόνη του 21ου αιώνα (γι’αυτό και λατρεύω τη βουή των τερατόμορφων πόλεων), απλώς είμαι ένα μοναχικό pixel. Όχι αντιδραστικό. Δηλαδή, θέλω να πω, θα αλλάξω χρώμα όταν το αποφασίσει η άρχουσα τάξη. Απλά θέλω να μένω μόνος.
Η αλήθεια είναι πως τα πράγματα είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιητικά. Σαφώς δεν έχω το ψυχικό σθένος των ηρώων, ούτε την πίστη στο υπερφυσικό όπως οι καλόγριες ή οι γριές εν γένει. Δε σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά για να ευχαριστήσω το Θεό σαν τις κότες όταν πίνουν νερό. Είμαι όμως υγιής και αυτή η παραδοχή θα πρέπει να αρκέσει για τώρα. Κι όμως, η απόλυτη γαλήνη δεν είναι ουτοπική για μένα. Δεν είμαι τόσο δύσκολος άνθρωπος όσο βολεύει τους άλλους να υποθέτουν. Η απόλυτη γαλήνη βρίσκεται μέσα στο άδειο σπίτι μου.
Ανοίγουν λοιπόν σα χαλασμένες βρύσες οι ενοχές. Ποιος δαίμονας σε έχει καβαλήσει και εύχεσαι να μείνεις μόνος, σιαμαίε μου εαυτέ; Ποιος σου ψιθυρίζει πράγματα που το πρωί θα μετανιώσεις; Ποιος σε πείθει, ευκολόπιστε, αδύναμε, μικρέ; Θα μείνεις μόνος μια μέρα, θα μείνεις πραγματικά μόνος, όχι από επιλογή, αλλά επειδή έτσι κάνει η ζωή. Χοροπηδάει εδώ και κει σαν το κατσίκι στα βράχια και εμείς οι από κάτω τρώμε όλη τη σκόνη στη μούρη. Τι θα κάνεις τότε; Όταν θα μυξοκλαίς όπως έκανες μέχρι την προχωρημένη εφηβεία σου, αλλά δε θα υπάρχει κανείς να σου βάλει τις φωνές;
Τόσο κακό είναι λοιπόν; Είναι τόσο απαράδεκτα σιχαμένο να απολαμβάνεις τον καφέ σου όταν είσαι μόνος στο σπίτι; Όχι όταν είναι ήσυχο· όταν είσαι μόνος. Όταν δεν υπάρχει ξένη ανάσα, πέρα απ’το γάτο ή το σκύλο σου - αυτές οι ψυχές είναι σπόροι άλλων σφαιρών και δεν μπορείς να τις φτάσεις για να σ’ενοχλήσουν ούτως ή άλλως. Τις αφήνεις απλά δίπλα σου, αφού σου κάνουν τη χάρη να ζήσουν μαζί σου για λίγο.
Το πρόβλημα είναι ότι οι τεράστιες, κρυφές σου επιθυμίες μπορεί να πραγματοποιηθούν και τότε την πάτησες. Να, τώρα δα άνοιξε η πόρτα και δεν είμαι πια μόνος. Σχεδόν θα μπορούσε να έχει αλλάξει χρώμα η γραμματοσειρά. Άρχισαν οι σφυριές των δραματικών μονολόγων της ελληνίδας μάνας να βαράνε πάλι κόντρα στον ταλαιπωρημένο μου εγκέφαλο. Αν το χάσω όμως, θα μου λείψει.
Μπορώ να μη σηκώνω τα τηλέφωνα, μπορώ να κλείνομαι στα δώδεκα τετραγωνικά μου ρουφώντας οξυγόνο μονάχα από μια γραμμή DSL, μπορώ να βουλώνω τ’αυτιά μου με μουσική, τα μάτια μου με διάβασμα και τα δάχτυλά μου απασχολημένα να πλέκουν εγκώμια με πράσινες κλωστές. Μπορώ να παριστάνω ότι δεν φτάνει σα νευριασμένος δράκος η γέρικη φωνή του αλήτη του Πάριου, μεγάλης αγάπης του πατέρα μου, από το διπλανό δωμάτιο. Κάθε φορά – επτά φορές τη μέρα – που φτάνει στην κορύφωση του ίδιου τραγουδιού, φαντάζομαι να σκάει το κεφάλι του από την πίεση και να γεμίζουν οι μπροστινές σειρές του κοινού με μυαλά και αίματα. Μπορώ να παριστάνω ότι η μάνα μου έχει όντως κάτι να πει, κάτι με νόημα και συνοχή, και όχι να αραδιάζει σκόρπιες σκέψεις ποτισμένες στον πανικό των δελτίων ειδήσεων.
Μπορώ ακόμα και να παριστάνω ότι είμαι ευτυχισμένος. Αλλά η ψυχή ξέρει καλύτερα από το μυαλό σε θέματα ευτυχίας. Όπως το σώμα ξέρει καλύτερα απ’το μυαλό σε θέματα έρωτα. Γενικώς το μυαλό είναι καλό μόνο για να λειτουργεί το μικρό αυτό pixel μέσα στην οργανωμένη κοινωνία. Όταν κλείνεις πίσω σου την πόρτα της φωλιάς σου, θα έπρεπε δικαιωματικά να μπορείς να το αφήνεις έξω στο χαλάκι, να αερίζεται. Δεδομένου βέβαια ότι έχεις φωλιά.
Για εμάς λοιπόν που δεν έχουμε χτίσει ακόμα τις φωλιές μας αλλά γνωρίζουμε ακριβώς πού θέλουμε να φτάσουμε, μένει να κάνουμε υπομονή και να συνεχίσουμε να καθαρίζουμε τα ξερά φύλλα στο μονόδρομο της μοναξιάς μας.

From childhoods hour I have not been
As others were - I have not seen
As others saw - I could not bring
My passions from a common spring
From the same source I could not have taken
My sorrow; I could not awaken
My heart to joy at the same tone
And all I lov’d, I lov’d alone
-E.A.Poe




